Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ


Σήμερο μαῦρος Οὐρανός, σήμερο μαύρη μέρα,

σήμερο ὅλοι θλίβονται καὶ τὰ βουνὰ λυποῦνται.

Σήμερο ἔβαλαν βουλὴ οἱ ἄνομοι Ὁβραῖοι,

οἱ ἄνομοι καὶ τὰ σκυλιὰ κι οἱ τρισκαταραμένοι

γιὰ νὰ σταυρώσουν τὸ Χριστό, τὸν πρῶτον Βασιλέα.

 

Ὁ Κύριος ἠθέλησε νὰ μπεῖ σὲ περιβόλι

νὰ λάβῃ δεῖπνον μυστικόν, νὰ μεταλάβουν ὅλοι.

Κι᾿ ἡ Παναγιὰ ἡ Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τὰς προσευχάς της ἔκανε γιὰ τὸ μονογενῆ της. 

 

Φωνὴ τῆς ἦρθ᾿ ἐξ Οὐρανοῦ ἀπ᾿ Ἀρχαγγέλου στόμα: 

-Φτάνουν κυρά μου οἱ προσευχές, φτάνουν κι᾿ οἱ μετάνοιες,

τὸ γυιό σου τὸν ἐπιάσανε καὶ στὸ φονιὰ τὸν πᾶνε

καὶ στοῦ Πιλάτου τὴν αὐλή, ἐκεῖ τὸν τὸν τυραννᾶνε.

-Χαλκιᾶ-χαλκιᾶ, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια. 

 

Καὶ κεῖνος ὁ παράνομος βαρεῖ καὶ φτάχνει πέντε. 

-Σὺ Φαραέ, ποὺ τὰ ᾿φτιασες πρέπει νὰ μᾶς διδάξεις.

-Βάλε τὰ δύο στὰ χέρια του καὶ τ᾿ ἄλλα δύο στὰ πόδια,

τὸ πέμπτο τὸ φαρμακερὸ βάλε το στὴν καρδιά του,

νὰ στάξει αἷμα καὶ νερὸ νὰ λιγωθεῖ ἡ καρδιά του.

 

-Ἄντε μωρὲ ἀτσίγγανε, στάχτη νὰ μὴ ποτάξῃς,

μηδὲ διπλὸ πουκάμισο στὴ ράχη σου μὴ βάλῃς.

Κι᾿ ἡ Παναγιὰ σὰν τἄκουσε ἔπεσε καὶ λιγώθη,

σταμνὶ νερὸ τῆς ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο

γιὰ νὰ τῆς ἔρθ᾿ ὁ λογισμός, γιὰ νὰ τῆς ἔρθ᾿ ὁ νοῦς της.

 

Κι᾿ ὅταν τῆς ἠρθ᾿ ὁ λογισμός, κι᾿ ὅταν τῆς ἠρθ᾿ ὁ νοῦς της,

ζητᾶ μαχαίρι νὰ σφαγῇ, ζητᾶ φωτιὰ νὰ πέσῃ,

ζητᾶ γκρεμὸ νὰ γκρεμιστεῖ γιὰ τὸ μονογενῆ της.

-Μὴν σφάζεσαι, Μανούλα μου, δὲν σφάζονται οἱ μανάδες

Μὴν καίγεσαι, Μανούλα μου, δὲν καίγονται οἱ μανάδες. 

 

Λάβε, κυρά μ᾿ ὑπομονή, λάβε, κυρά μ᾿ ἀνέση.

-Καὶ πῶς νὰ λάβω ὑπομονὴ καὶ πῶς νὰ λάβω ἀνέση,

ποῦ ἔχω γυιὸ μονογενῆ καὶ κεῖνον Σταυρωμένον.

Κι᾿ ἡ Μάρθα κι᾿ ἡ Μαγδαληνὴ καὶ τοῦ Λαζάρου ἡ μάνα

καὶ τοῦ Ἰακώβου ἡ ἀδερφή, κι᾿ οἱ τέσσερες ἀντάμα,

ἐπῆραν τὸ στρατὶ-στρατί, στρατὶ τὸ μονοπάτι

καὶ τὸ στρατὶ τοὺς ἔβγαλε μές του ληστῆ τὴν πόρτα. 

 

-Ἄνοιξε πόρτα τοῦ ληστῆ καὶ πόρτα τοῦ Πιλάτου.

Κι᾿ ἡ πόρτα ἀπὸ τὸ φόβο της ἀνοίγει μοναχή της.

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δὲν γνωρίζει,

τηράει δεξιώτερα βλέπει τὸν Ἅη-Γιάννη, 

 

Ἅγιε μου Γιάννη νεαρὲ καὶ μαθητὰ τοῦ γυιοῦ μου,

μὴν εἶδες τὸν ὑγιόκα μου καὶ τὸν διδάσκαλόν σου;

-Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ, γλώσσα νὰ σοῦ μιλήσω,

δὲν ἔχω χεροπάλαμα γιὰ νὰ σοῦ τόνε δείξω. 

 

Βλέπεις Ἐκεῖνον τὸ γυμνό, τὸν παραπονεμένο,

ὁποὺ φορεῖ πουκάμισο στὸ αἷμα βουτηγμένο,

ὁποὺ φορεῖ στὴν κεφαλὴ ἀγκάθινο στεφάνι;

Αὐτὸς εἶναι ὁ γυιόκας σου καὶ μὲ διδάσκαλός μου!

 

Κι᾿ ἡ Παναγιὰ πλησίασε γλυκὰ τὸν ἀγκαλιάζει.

-Δὲ μοῦ μιλᾶς παιδάκι μου, δὲ μοῦ μιλᾶς παιδί μου;

-Τί νὰ σοῦ πῶ, Μανούλα μου, ποὺ διάφορο δὲν ἔχεις·

μόνο τὸ μέγα-Σάββατο κατὰ τὸ μεσονύχτι,

ποὺ θὰ λαλήσει ὁ πετεινὸς καὶ σημάνουν οἱ καμπάνες,

τότε καὶ σύ, Μανούλα μου, θἄχης χαρὰ μεγάλη! 

 

Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆ, σημαίνουν τὰ Οὐράνια,

σημαίνει κι᾿ ἡ Ἁγιὰ-Σοφιὰ μὲ τὶς πολλὲς καμπάνες.

Ὅποιος τ᾿ ἀκούει σώζεται κι᾿ ὅποιος τὸ λέει ἁγιάζει,

κι᾿ ὅποιος τὸ καλοφουγκραστῇ, Παράδεισο θὰ λάβει,

Παράδεισο καὶ λίβανο ἀπ᾿ τὸν Ἅγιο Τάφο.

 

Τὸ εὐρύτατα διαδεδομένο σ᾿ ὅλο τὸν ἑλληνικὸ χῶρο Μοιρολόϊ, ἢ Καταλόϊ τῆς Παναγιᾶς εἶναι ἕνα μεσαιωνικὸ μακροσκελὲς ὁμοιοκατάληκτο στιχούργημα λόγιας προέλευσης, ἀλλὰ ἐντυπωσιακὰ πλατιᾶς λαϊκῆς ἀποδοχῆς. 
Ἐπηρεασμένο ἀπὸ τὶς σχετικὲς περικοπὲς τῶν Εὐαγγελίων καὶ τὴν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἕναν ἀνθρωποκεντρικὸ ἀφηγηματικὸ θρῆνο γιὰ τὴ μαρτυρικὴ πορεία τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν σταυρικὸ θάνατό Του, ἰδωμένη μέσα ἀπὸ τὰ μάτια καὶ τὰ συναισθήματα τῆς τραγικῆς του μάνας. 
Τραγουδισμένο ἀπὸ τὶς γυναῖκες γύρω ἀπὸ τὸν «τάφο» τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὸ ἦθος καὶ τὸ ὕφος τῶν οἰκείων τους κοσμικῶν μοιρολογιῶν, ἐκφράζει τὴ συμπόνοια, τὴν ταύτισή τους μὲ τὴ μητρική, ἀνθρώπινη πλευρὰ τῆς Παναγιᾶς. Ὡστόσο ὁ τρόπος τῆς τελετουργικῆς του ἐπιτέλεσης ἀποκαλύπτει τὶς προχριστιανικὲς ρίζες τοῦ ἐθίμου. 
Ἂν καὶ ὑπάρχουν κατὰ τόπους διαφορές, σὲ ἐπὶ μέρους στοιχεῖα τοῦ τραγουδιοῦ ἢ στὴ μελωδική του ἐκφορά, ἡ δομὴ καὶ ἡ φόρμα τοῦ Μοιρολογιοῦ καθὼς καὶ ἡ λειτουργία του παρουσιάζουν ἐντυπωσιακὲς ὁμοιότητες ἀπὸ τὴν Κάτω Ἰταλία μέχρι τὸν Πόντο καὶ τὴν Κύπρο. Ἡ συνέχεια τῆς ἀφηγηματικῆς ροῆς, ὅπως προκύπτει μέσα ἀπὸ τὴν ἀλληλοδιαδοχὴ τῶν ἀποσπασμάτων διαφορετικῆς προέλευσης, τὸ καθιστᾷ ἐμφανές.


ΜΑΝΙΑΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟ'Ι' ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ / ΜΕΣΑ ΜΑΝΗΣ


Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται .
Σήμερα βάλασι βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρεις καταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό το Παντοβασιλέα
και πάσι στον παράνομο που φκιάνει τα καρφιά .

Εσύ που μας τα έφτιαξες εσύ αρμούνεψώ μας .
Δύο στα πόιδα βάλτε του κ' άλλα δυο στα χείρα
και τ' άλλο το φαρμακερό βάλτε το στην γκαρδιά του
να στάζει αίμα και νερό από τα σωθικά του .

Η Παναγιά σα τ' άκουσε έπεσε και λιγώθει,
ζητά μαχαίρι να σφαεί γκρεμό να πάει να πέσει .
Εκεί εμαζευτήκασι η Μάρθα και η Μαγδαληνή
και του Λαζάρου η μάνα και του Ιακώβου η αδερφή
κι οι τέσσερες αντάμα .

Σταμνί νερό της ρίξασι και τρία κανάτια μόσκο
και τρία μυροδόσταμα να 'ρθει ο λοϊσμό της .
Και σα της ήρθε ο λοϊσμός κ' σα της ήρθε ο νους της
φωνή απήρθε απ' ουρανού κι απ' Αρχαγγέλου στόμα:
Λάβε κυρά μου υπομονή, λάβε κυρά μου γνώση .

Το γιόκα ζου το πήρασι και στο χαλκιά το πάνε
και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τυραννάνε .
Και πως να λάβου υπομονή και πως να λάβου γνώση
που ένα γιο μονογενή κι αυτόνε τόνε πήραν .

Πήρασι το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί της έβγαλε μες του χαλκιά τη (μ)πόρτα .
Βρέσκουν τη (μ)πόρτα σφαλιχτή και τα κλειδιά παρμένα
και τα πορτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα .

Η Παναγιά η Δέσποινα κάνει την προσευχή της,
κι η (μ) πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της .
Τηράει ζερβά, τηράει δεξά, κανένα δε γνωρίζει
τηράει και δεξιότερα λέπει τον Αη-Γιάννη .

Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή του γιου μου,
πε μου που είναι ο γιόκας μου κ' που 'ναι το παιδί μου .
Δεν έχου γλώσσα να ζε που, χείλη να ζε μιλήσου .
Δεν έχου χεροπάλαμα για να ζε τόνε δείξου .

Το λέπεις 'κείνο το παιδί το παραπονεμένο
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
Εκείνος έν' ο γιόκα ζου κ' εμέ ο Βαφτιστής μου .
Η Παναγιά η Δέσποινα, εζύγωσε κοντά του
λέπει που τρέχει το νερό από τα σωθικά του .
Δε με μιλάς παιδάκι μου, δε μ' αγροικάς παιδί μου;

Τι να ζε που μανούλα μου που διάφορα δεν έχου
μόνε το Μέγα Σάββατο κοντά στο μεσονύχτι,
ότε λαλήσει ο πετεινός θα κρόουσι καμπάνες .

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης σημαίνουσι τ' ουράνια
σημαίνει κι η Αγιά Σοφία το μέγα μοναστήρι .
Τότε μανούλα μου κι εσύ λάβε χαρές μεγάλες .