ΑΝΩ ΜΠΟΥΛΑΡΙΟΙ (ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ)

O Παπ΄ Αγγελής (1884-1969)
Η παρουσία της ωραίας αυτής μορφής, του παπ' Αγγελή που οι μολπές της ουράνιας φωνής του, όταν έβγαινε στην Ιερή Πύλη της Άγια Βαρβάρας των Π.Μπουλαριών μας μάγευε την ακοή. 'Ηταν εφημέριος της ενορίας των Άνω Μπουλαριών μα η δικαιοδοσία του έφτανε στην Κίττα, στους Κάτω Μπουλαριούς, στο Λιμένι, στο Δίπορο, στα Μουντανίστικα. Τον λέγανε Νικόλα Αγγελή.
Είχε κι ένα βοηθό ο παπ΄ Αγγελής στην τέλεση των καθηκόντων του. Κι αυτός ήταν μια τεράστια καμπάνα που για να τοποθετηθεί στο καμπαναριό καταβλήθηκαν τόσοι κόποι.
Με λαχτάρα προσμέναμε στην Κίττα τον ερχομό του παπ΄ Αγγελή, τη νύχτα της Ανάστασης που το φτάσιμο της θα μας έσωζε από τη νηστεία που με τόση ευλάβεια τηρείται στα χωριά της Μέσα Μάνης γιατί σκλάβοι των πατρογονικών εθίμων, νόμιζαν, πως θάχαναν τον Παράδεισο, αν τύχαινε κι΄ αρτεύονταν.
Οι ώρες περνούσαν μα ο παπ΄ Αγγελής δε φαινόταν. "Μυστήριο" σκεφτόντουσαν όλοι. Τι άραγε να συμβαίνει; Δώδεκα. Όλοι προσμένουν με λαχτάρα. Μα άδικα προσμένουν . Μη τάχα και δε θέλησε ο Ιησούς να αναστηθή;
Περίλυποι οι κάτοικοι της Κίττας, των Καλλονιών, του Αγίου Ιωσήφ, της Γαρδενίτσας και της Νόμιας άρχισαν να διαλύονται. Παίρνουν σκυφτοί κι αμίλητοι το δρόμο για τα σπίτια τους με τις λαμπάδες τους σβηστές. Δε σήκωσαν Ανάσταση.
Την άλλη μέρα μαθεύτηκε το νέο. Διαδόθηκε η αφορμή που μπόδισε τον παπ Αγγελή να πάει στην Κίττα για την Ανάσταση. Τώπε ο ίδιος στην ίδια την παπαδιά του και στους άλλους χωριανούς του.
Το σκοτάδι είχε απλωθεί, διηγήθηκε ο παπ Αγγελής, όταν άφησε τους Άνω Μπουλαριούς και κίνησε για την Κίττα. Ερημιά βασίλευε παντού. Μόνος βάδιζε ο παπ Αγγελής ώρα, ώσπου έφτασε στη "Γραμματική" έτσι λένε το κοιμητήρι της Κίττας, γιατί άλλος δρόμος δεν υπήρχε. Του φαινόταν μία λάμψη να σκεπάζει το κοιμητήρι και τα γύρω περβόλια, ενώ στην ακοή του έφταναν φωνές,σα αναστάσιμο ψάλσιμο, σα μελωδίες. Βάδισε λίγο ακόμα ώσπου ξαφνικά φάνηκε μπροστά του η "Γραμματική".
Τότε ένας κρύος ιδρώτας άρχισε να περιλούει το κορμί του. Τα δόντια του άρχισαν να χτυπάνε απ τις κρυάδες που τον πιάσανε.. Ήταν τρομαχτικό το θέαμα που είδε. Ένα πλήθος ανθρώπων με αναμένα κεριά είχανε κατακλύσει το κοιμητήρι κι έψελαν το "Χριστός Ανέστη". Γνώρισε πολλούς ο παπ Αγγελής, πολλούς, που ο ίδιος, είχε παληότερα κηδέψει. Τους είδε να σχηματίζουν μια φάλαγγα και να παίρνουνε το δρόμο προς τα έξω, να βγαίνουν απ τη μεγάλη πόρτα της "Γραμματικής" και να κινούνε για την Κίττα.
Ο παπ Αγγελής δεν θυμόταν ούτε το πώς βρήκε το κουράγιο να φύγη τρέχοντας από κει και να γυρίση στο χωριό του, για να πέση μισοπεθαμένος στο κρεβάτι του... χωρίς τη χρονιά εκείνη να σηκώση την Ανάσταση στα χωριά της επικράτειάς του. Ώρες έκανε να συνέλθη και σαν συνήλθε, ιστόρησε στην παπαδιά του και στους χωριανούς του, πούχαν γιομίσει ταρχοντικό του, τα όσα είδε και έζησε στο Κιττιάτικο κοιμητήρι... ζητώντας συγγνώμη απ τους ενορίτες του και συχώρεσι απ΄τον Χριστό, που δεν ετέλεσε την Ανάστασί του....
(Γ.Λ.ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ)