Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΣΤΗ ΜΑΝΗ


Δεσποτική εορτή της Χριστιανοσύνης, σε ανάμνηση της έλευσης του μικρού Χριστού από τους γονείς του στον Ναό των Ιεροσολύμων και της υποδοχής του από τον πρεσβύτη ιερέα Συμεών. Εορτάζεται στις 2 Φεβρουαρίου, μαζί με την ανάμνηση του γεγονότος του καθαρισμού της Παναγίας από τη λοχεία (σαραντισμός). Η Υπαπαντή του Κυρίου είναι μία από τις 12 μεγάλες εορτές της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας («Δωδεκάορτον»). Στον αγγλόφωνο κόσμο είναι γνωστή ως Candlemas. Η λέξη Υπαπαντή σημαίνει προϋπάντηση στην κοινή ελληνιστική. Στις 2 Φεβρουαρίου έχουν την ονομαστική τους εορτή η Υπαπαντή, ο Παναγιώτης, η Μαρία και η Δέσποινα.
Το εκκλησιαστικό γεγονός της Υπαπαντής του Κυρίου, που εξιστορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς (β΄, 22-38), συνέβη σαράντα ημέρες μετά τη γέννηση του Ιησού. Επειδή, σύμφωνα με το μωσαϊκό νόμο, ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας και μάλιστα αγόρι, έπρεπε να αφιερωθεί στον Θεό και συγχρόνως οι γονείς να προσφέρουν σε Αυτόν μία μικρή θυσία από ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια. Το ζευγάρι του Ιωσήφ και της Μαρίας προϋπάντησε στο ναό ο υπερήλικας Συμεών, ο οποίος δέχθηκε τον Ιησού στην αγκαλιά του, η οποία φωτίστηκε από το Άγιο Πνεύμα. Ο πρεσβύτης ιερέας είχε λάβει υπόσχεση από τον Θεό ότι δεν θα πεθάνει, προτού δει τον Χριστό και Τον ευχαρίστησε με τα λόγια:

Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη,
ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου,
ό ητοίμασας κατά το πρόσωπον πάντων των λαών,
φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ.
Περιφορά της εικόνας της Υπαπαντής 2 Φεβρουαρίου 1968 . Εκ δεξιών ο παπα-Νώντας Κιτρινιάρης, ο παπα-Ζερβέας Χαραλάμπης. Εξ αριστερών ο παπα-Ναπολέων Κιτρινιάρης και ο παπα-Παναγιώτης Χαρέας. (προσωπικό αρχείο Ελένης Χαρέα)


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Περί τῆς ἀξίας καί ὀρθῆς χρήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας - Toῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ’

 




Ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ Ἑλληνική γλῶσσα ἔχει βάθος ἱστορίας, μιᾶς ἱστορίας αἰώνων καί τυγχάνει ἐξόχως θαυμαστή καί ἔχει μεγάλη ἀξία. Μέ τά γράμματα αὐτῆς τῆς γλώσσας διετυπώθη ἡ ὅλη κλασσική σκέψη καί φιλοσοφία καί δημιουργήθηκε ὁ ἀθάνατος ἑλληνικός πολιτισμός. Σ' αὐτήν τήν γλῶσσα ἐγράφησαν εὐθύς ἀμέσως τά Ἱερά Εὐαγγέλια, οἱ δέ μεγάλοι καί θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἑλληνική γλῶσσα διετύπωσαν μέ ἀκρίβεια τά ἱερά δόγματα καί μᾶς παρέδωκαν τά καταπληκτικά σοφά τους συγγράμματα.

Εἰδικῶς τά Ἱερά Εὐαγγέλια εἶναι γραμμένα στήν ἁπλοποιημένη μορφή τῆς ἀρχαίας ἀττικῆς διαλέκτου, τήν Ἑλληνιστική Κοινή. Ἡ δέ σημερινή νέα ἑλληνική γλῶσσα ἀποτελεῖ ἐξέλιξη τῆς Κοινῆς. Εἶναι, πράγματι, χαρακτηριστικό, ὅτι ἐκ τῶν 4.900 περίπου λέξεων, πού ἔχουμε στήν Καινή Διαθήκη, οἱ 2.280 λέγονται καί σήμερον κοινῶς, οἱ 2.200 νοοῦνται καλῶς καί μόνον 400 παραμένουν κάπως ἄγνωστοι.

Ἀκολουθοῦν ἡ ὑμνογραφία καί ἡ ὑμνολογία τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὅλη ἐκκλησιαστική ποίησις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀπαύγασμα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Αὐτό τό ἰδιαίτερο φιλολογικό εἶδος, οἱ ὕμνοι, ὅπως ἔχουν γραφεῖ καί ἀποτυπωθεῖ ἀπό τούς κατόχους τῆς κλασικῆς γλώσσας, κυριολεκτικῶς, ὄχι μόνον λειτουργοῦν ὡς φύλακες τῆς γλώσσας, ἀλλά συνάμα ἔχουν τήν δύναμη νά μιλοῦν στήν ψυχή τοῦ πιστοῦ. Ἀκόμη κι’ ἄν ὁ πιστός εἶναι ἀγράμματος, ἡ ἐκκλησιαστική αὐτή ποίηση κρύβει ἕνα μυστήριο, πού συνέχει καί μυσταγωγεῖ τίς ψυχές, ὡς νά ἔχουν πνευματοποιηθεῖ αὐτές οἱ λέξεις τῆς γλώσσας μας καί τελικά νά λειτουργοῦν ὡς μελωδία τῆς ψυχῆς.

Οὐδεμία μετάφραση εἶναι δυνατόν νά ὑποκαταστήσει τό πρωτότυπο κείμενο ἤ τροπάριο ἤ κοντάκιο. Δέν μποροῦν ὀρθά νά διατυπωθοῦν ἤ μεταφρασθοῦν σέ ἄλλο γλωσσικό ἰδίωμα ὅροι καί λέξεις, τό βαθύ ἱερό νόημα, πού ὑποκρύπτεται κάτωθεν τοῦ κάθε γράμματος τοῦ πρωτοτύπου. Πῶς νά μεταφραστεῖ, γιά παράδειγμα, ὁ ὑπέροχος ὕμνος πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ὁ «Ἀκάθιστος Ὕμνος»;

Ἡ ἑλληνική, λοιπόν, γλῶσσα κρύβει ἕνα μεγαλεῖο, εἶναι καλλιεργημένη γλῶσσα, ἕνα μεγάλο προνόμιο τῶν Ἑλλήνων. Συνδέθηκε μάλιστα μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καί πράγματι ἐμπλουτίσθηκε ἀπό τήν σύνδεση αὐτή μέ νέες λέξεις καί φράσεις.

Μέ τήν Ἐγκύκλιό μας, λοιπόν, αὐτή, θέλουμε νά σᾶς βοηθήσουμε ὅσον τό δυνατόν στήν ὀρθή χρήση τῶν βιβλικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν ἐν γένει λέξεων, ὅρων ἤ φράσεων, ἔτσι ὥστε νά ἀποφεύγωνται σολοικισμοί στή σύνταξη, βαρβαρισμοί στή χρήση τῶν γραμματικῶν τύπων, ἀνεπάρκεια στήν ἔκφραση ἤ ἀκόμη καί ἄγνοια τοῦ νοήματος, καθότι στή γλῶσσα ἔχουμε τό λεγόμενο γλωσσικό σημεῖο: ἀφ’ ἑνός τό σημαῖνον, δηλαδή τή λέξη καί ἀφ’ ἑτέρου τό σημαινόμενον, δηλαδή τήν ἔννοια τῆς λέξεως. Ὀφείλουμε νά προσέξουμε τά τῆς Γραμματικῆς, ἤτοι τά πνεύματα καί τούς τόνους, τά διάφορα σημεῖα τοῦ γραπτοῦ λόγου, τά λεγόμενα πάθη τῶν φθόγγων, φωνηέντων καί συμφώνων καί ἀκόμη τά δέκα μέρη τοῦ λόγου, τίς πτώσεις, τό γένος, τόν ἀριθμό, τήν κλίση, τήν ὀρθογραφία καί βέβαια τούς κανόνες τοῦ Συντακτικοῦ.

Ἔτσι, παραθέτουμε παρακάτω μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις τίς ὁποῖες πρέπει νά γνωρίζετε:

Ἐκφωνήσεις ἐκ τῶν Ἱερῶν Εὐαγγελίων:

-«Ὑμεῖς ἐστε τό ἅλας τῆς γῆς» (Ματθ. 5,13).

-«Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου» (Ματθ. 5,14). Κανονικά, στήν ἀνάγνωση, δέν τονίζουμε καθόλου τό «ἐστε». Πουθενά. Ὁ τόνος μόνο στό «Ὑμεῖς», τό ὁποῖο προφέρεται συνεχόμενα μέ τό «ἐστε», χωρίς τόνο στή συλλαβή «-στε». Σέ περίπτωση πού δέν μπορεῖ, ἄς τονισθεῖ τό «-στε», ἀλλά πολύ πολύ ἐλαφρά. Καί, βέβαια, σέ καμμία περίπτωση «ἔστε».

«Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τούς προφήτας» (Ματθ. 23,37). Αὐτό εἶναι τό ὀρθόν. Ὄχι τό «ἀποκτεινοῦσα».

-«Ὅτι πρίν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρίς ἀπαρνήση με» (Ματθ. 26,75). Στήν ἀνάγνωση σταματοῦμε μετά τό «φωνῆσαι», ὅπως ἄν ὑπῆρχε κόμμα.

-«Ἐφοβοῦντο γάρ» (Ματθ. 16,8). Στήν ἀνάγνωση τοῦ Β' αὐτοῦ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου, παρατείνουμε μελωδικά μόνο τό γράμμα «α», χωρίς τό γράμμα «ρ», τό ὁποῖο λέγουμε μόνο μία φορά, στό τέλος τῆς μελωδικῆς καταλήξεως. Ὄχι γάρ-γάρ...

-«Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος» (Λουκ. 16,1). Ἐδῶ, ἐκτός ἀπό τή συλλαβή «Ἄ», πού τονίζεται κανονικά, τονίζεται ἐλαφρά κατά τήν ἐκφώνηση καί ἡ κατάληξη «-ός», ἀλλά καθόλου ἡ ἀόριστη ἀντωνυμία «τις», πού σημαίνει «κάποιος».

-«Καί ἀπῆλθε πρός ἑαυτόν, θαυμάζων τό γεγονός» (Λουκ. 24,12). Ἡ φράση αὐτή τοῦ Εὐαγγελίου (Δ' Ἑωθινόν) παρουσιάζει μία δυσκολία στήν ἀνάγνωση, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τήν ἑρμηνευτική ἀπόδοση τοῦ κειμένου. Ἰσχύει, ἐν προκειμένῳ, ἡ ἑρμηνεία: «Καί ἐπέστρεψε στό κατάλυμά του, θαυμάζων τό γεγονός». Ἐννοεῖται, μετά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πέτρου στό μνημεῖο, ὅπου εἶδε τά «ὀθόνια κείμενα μόνα». Ἐπειδή ὑπάρχει κόμμα μετά τή λέξη «ἑαυτόν», ἐκεῖ θά σταματήσουμε λίγο τήν ἀνάγνωση καί ὕστερα θά προχωρήσουμε στήν ἑπόμενη φράση. Ὑπάρχει καί μία ἄλλη ἑρμηνεία, ὄχι τόσο ἰσχυρή, γιά τήν φράση «πρός ἑαυτόν», ὅτι ὁ Ἀπ. Πέτρος «ἀπῆλθε πρός ἑαυτόν θαυμάζων», δηλ. θαυμάζοντας μέσα στόν ἐσωτερικό του κόσμο γιά τό γεγονός, ὡς καθ' ἑαυτόν ἔκπληξη τοῦ Πέτρου καί ἔτσι κάμνει παύση στή λέξη «θαυμάζων».

-«Ψηλαφήσατέ με καί ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καί ὀστέα οὐκ ἔχει καθώς ἐμέ θεωρεῖτε ἔχοντα» (Λουκ. 24,39). Εἶναι τό ΣΤ' Ἑωθινόν. Ἐδῶ θά ἔχουμε μία ἐλάχιστη διακοπή τῆς ἀναγνώσεως μετά τήν λέξη «πνεῦμα», σάν νά ὑπάρχει κόμμα.

-«Ἔστι δέ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπί τῇ προβατικῇ (δοτική πτώση) κολυμβήθρα (ὀνομαστική πτώση, χωρίς ὑπογεγραμμένη), ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστί Βηθεσδά, πέντε στοάς ἔχουσα» (Ἰω. 5,2). Ἐδῶ ἡ ἀνάγνωση σταματᾶ μετά τήν λέξη «προβατικῇ». Τοῦτο, διότι ἐννοεῖται ἡ προβατική πύλη τοῦ τείχους τῶν Ἱεροσολύμων, ἀπό την ὁποία περνοῦσαν τά πρόβατα. Ἡ κολυμβήθρα λεγόταν Βηθεσδά καί ὄχι προβατική.

-Ἐπίσης πολλή προσοχή στήν ἀπαγγελία τοῦ «Πάτερ ἡμῶν». Στή φράση: «ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» δέν τονίζεται τό «ἐν» οὔτε τό «τοῖς», ἀλλά ἡ συλλαβή «-νοῖς» . Ἡ φράση: «Ὡς ἐν οὐρανῷ» εἶναι σέ δοτική «οὐρανῷ» καί ὄχι σέ αἰτιατική, ἑπομένως: ὄχι «οὐρανόν». Ἡ φράση: «δός ἡμῖν σήμερον» εἶναι «δός» καί ὄχι «δῶσε». Στό τέλος δέ, ἡ σωστή φράση εἶναι «καί ἄφες ἡμῖν», ὄχι «καί ἄφησε».

Ἐκφωνήσεις λειτουργικῶν λέξεων καί φράσεων:

-«Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης...». Τονίζουμε κατά τήν ἐκφώνηση τή συλλαβή «-με-» καί ὄχι τήν «-πέρ-».

-«Σοφία˙ ὀρθοί˙ ἀκούσωμεν τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου». Σταματοῦμε στό «Σοφία» καί στό «ὀρθοί», ὅπου ὑπάρχει ἄνω τελεία καί γι’ αὐτό δέν ἐκφωνοῦνται συνεχόμενα.

-«Ὡς τόν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι». Προσοχή ἐδῶ εἶναι μέλλων χρόνος, ἑπομένως τό ὀρθό εἶναι «ὑποδεξόμενοι», μέ «-ο-», καί ὄχι ἀόριστος χρόνος «ὑποδεξάμενοι».

-Σέ μνημόνευση κεκοιμημένων γυναικῶν Μοναχῶν λέγουμε Μοναχῶν καί ὄχι μοναζουσῶν, καθότι καί ὁ Μοναχός καί ἡ Μοναχή, ἔχουν τήν ἴδια γενική πληθυντικοῦ: Μοναχῶν.


Ἐπίσης, ὑπάρχει διαφορά: «κοιμηθέντος-θείσης», πού σημαίνει ὅτι κάποιος-α ἐκοιμήθη τώρα, πρόσφατα, πρό τινος ὀλίγου χρόνου, ἐνῶ «κεκοιμημένου-ης» πρό περισσοτέρου χρόνου καί «προκεκοιμημένου -ης» πρό πολλῶν ἐτῶν.

-«Χριστιανά τά τέλη τῆς ζωῆς». Εἶναι «χριστιανά» καί ὄχι «χριστιανικά».

-«Τόν ἐπινίκιον ὕμνον... κεκραγότα». Προσοχή ἐδῶ: ἡ μετοχή αὐτή, ἀπό τίς τέσσαρες, εἶναι ἡ μόνη πού δέν ἔχει τό γράμμα «ν» ἀλλά μόνο «τ», γιατί εἶναι μετοχή παρακειμένου καί ὄχι ἐνεστῶτα.

-«Καί δός ἡμῖν ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ...». Εἶναι «μιᾷ», μέ περισπωμένη καί ὑπογεγραμμένη, καί ὄχι μία. Εἶναι δοτική ἑνικοῦ τοῦ ἀπόλυτου ἀριθμητικοῦ «εἷς, μία, ἕν» καί κλίνεται: Μία – μιᾶς – μιᾷ – μίαν.

- «Ὀρθοί˙ μεταλαβόντες...». Στό «Ὀρθοί» σταματᾶμε καί μετά συνεχίζουμε «μεταλαβόντες». Ὄχι συνέχεια «ὀρθοί μεταλαβόντες». Σημαίνει «ὄρθιοι ὅσοι μεταλάβατε» καί ὄχι «οἱ ὀρθῶς ἔχοντας μεταλάβει».

-«Ὅτι πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἐκ σοῦ τοῦ Πατρός τῶν φώτων». Ἐδῶ διακόπτουμε μετά ἀπό τό «καταβαῖνον». Τό «ἄνωθεν», μέ τήν κατάληξη -θεν, δηλώνει κίνηση ἀπό τόπο καί ὄχι στάση σέ τόπο. Ἐπομένως, «τό ἄνωθεν» συνδέεται μέ τό «καταβαῖνον», πού δηλώνει κίνηση, κάθοδο ἀπό ψηλά, καί ὄχι μέ τό «ἐστι», πού δηλώνει στάση. Ἡ σύνταξη εἶναι «πᾶν δώρημά ἐστι καταβαῖνον ἄνωθεν», δηλαδή κατέρχεται ἀπό ἐπάνω, καί ἀκολουθεῖ ἡ ἐπεξήγηση τοῦ «ἄνωθεν»: ἀπό ποῦ δηλαδή; ἐκ τοῦ Πατρός τῶν φώτων. Ἑπομένως, διαβάζουμε μαζί τίς τρεῖς λέξεις «ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον» καί κατόπιν «ἐκ Σοῦ, τοῦ Πατρός τῶν φώτων». Στή φράση «ἄνωθέν ἐστι» λέμε καί τίς δύο λέξεις συνεχόμενα, σάν μία, τονίζοντας πολύ τό «ἄ-». (Ἄν τό ἄνωθεν ἀναφερόταν στό «ἐστι», θά ἦταν ἁπλῶς ἄνω, δηλαδή ἐπάνω, καί ὄχι ἀπό ἐπάνω).

Στήν Ἀπόλυση, ὅταν ἀναφέρουμε τούς τιμωμένους Ἁγίους, προσέχουμε:

-«οὗ: (γενική ἑνικοῦ, ἀρσενικοῦ γένους, προκειμένου γιά Ἅγιο) καί τήν μνήμην ἐπιτελοῦμεν».

-«ἧς: (γενική ἑνικοῦ, θηλυκοῦ γένους, προκειμένου γιά Ἁγία).

-«ὧν: (γενική πληθυντικοῦ, ἴδια καί γιά ἄνδρες καί γιά γυναῖκες) καί τήν μνήμην ἐπιτελοῦμεν». Εἶναι τύποι τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας: ὅς, ἥ, ὅ= ὁ ὁποῖος, ἡ ὁποία, τό ὁποῖον.

-«Καί πάντων τῶν ἁγίων», χωρίς «Σου». Ἡ Ἀπόλυση στό τέλος τῆς Θ. Λειτουργίας ἀναφέρεται στόν Χριστό σέ τρίτο πρόσωπο (Χριστός ὁ ἀληθινός Θεός ἡμῶν, ταῖς πρεσβείαις τῆς Παναχράντου Αὐτοῦ Μητρός κλπ.) ἐνῶ στόν Ὄρθρο εἶναι «Καί πάντων Σου τῶν Ἁγίων», εἶναι σέ γενική πτώση ὅλο τό κείμενο.

«Ἡ Ἁγία Τριάς διαφυλάξοι πάντας ὑμᾶς» καί ὄχι «διαφυλάξαι». Ἐδῶ καί οἱ δύο τύποι εἶναι σωστοί, μέ μικρή ἐννοιολογική διαφορά: «-οι» εὐκτική μέλλοντος, «-αι» εὐκτική ἀορίστου, ἡ ὁποία δείχνει κάπως περισσότερο ὅτι ὁ Ἱερεύς προπέμπει τούς πιστούς καί τούς εὔχεται νά τούς διαφυλάξει ἡ Ἁγία Τριάς.

-Στήν Ἀρτοκλασία νά προσέξουμε ὅτι λέμε «πεντακισχιλίους (μία λέξη, ἀπόλυτο ἀριθμητικό) ἄνδρας χορτάσας», (σημαίνει: « Σύ, πού χόρτασες 5.000 ἄνδρες») (καί ὄχι «πεντάκις χιλίους», γιατί ἀλλάζει ἐντελῶς τό νόημα, καί γίνεται: «πού πέντε φορές χόρτασες 1.000 ἄνδρες») (ἐπειδή τό πεντάκις εἶναι ἐπίρρημα ποσοτικό καί προσδιορίζει τή μετοχή χορτάσας).

Ἐπίσης, τό τροπάριο εἶναι: «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν» καί ὄχι «ἐφτώχευσαν». Ὀνομάζεται δέ «Ἀρτοκλασία» καί ὄχι «ἀρτοπλασία».

Τό «Ἀντίδωρο» μέ «ω» εἶναι τό σωστό (=ἀντί τοῦ δώρου, τῆς Θείας Κοινωνίας) καί ὄχι «ἀντίδερο».

Τέλος, οἱ σωστές φράσεις εἶναι οἱ κάτωθι:

-τεθησαύρισται (τό ἱερό λείψανο)= ἀπό τό ρῆμα θησαυρίζομαι.

-ἐθεμελιώθη= ἀπό τό ρῆμα θεμελιώνομαι.

-ἐνεκαινιάσθη= ἀπό τό ρῆμα ἐγκαινιάζομαι.

-ἀνεκαινίσθη= ἀπό τό ρῆμα ἀνακαινίζομαι.

-Ὁ Σεβασμιώτατος κήρυξε τόν θεῖο λόγο ἀπό τήν Ὡραία Πύλη ἤ ἀπό τόν Δεσποτικό Θρόνο (καί ὄχι ἀπό τόν Ἄμβωνα).

-Τελέσθηκε ἡ Ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ (καί ὄχι ἡ Λειτουργία τοῦ Ἑσπερινοῦ).

-Θά μεταδοθῆ ἡ Θεία Λειτουργία ἀπ' εὐθείας ἀπό τόν τάδε... Ἱερό Ναό, ἀντί τοῦ νεολογισμοῦ «θά μεταδοθῆ ζωντανά».

Μέ τά ἀνωτέρω δώσατε περισσότερη προσοχή στήν ἑλληνική γλῶσσα καί ἰδιαίτερα αὐτήν τῆς Ἐκκλησίας μας. Μέ πολλή ἀγάπη, σᾶς συνιστῶ τήν διαρκῆ ἀνάγνωση καί μελέτη, πρωτίστως τῶν Ἱερῶν Εὐαγγελίων, τήν σπουδή τῆς ἑρμηνευτικῆς ἀποδόσεως τῶν κειμένων καί τήν ὀρθή ἐκμάθηση τῶν λειτουργικῶν ἐκφωνήσεων.

Ἐν τέλει, ἰσχύει τό: Ὅποιος γνωρίζει καλά τήν ἑλληνική γλῶσσα κατέχει σοφία καί συνεργεῖ ὥστε ἡ Ἐκκλησία ἀείποτε νά παραμένει θεματοφύλαξ αὐτῆς τῆς ὡραιοτάτης γλώσσας.



ΣΗΜ.: Τό παραπάνω κείμενο εἶναι Ἐγκύκλιος τοῦ Σεβασμιωτάτου πρός τόν Ἱ. Κλῆρον τῆς Μητροπόλεώς του.

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Εγκύκλιος Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ' για την καλή χρήση του ύδατος




Ἀγαπητοί μου,

Τό ὕδωρ, τό νερό, εἶναι ἕνα μεγάλο ἀγαθό πού δόθηκε ἀπό τόν Θεό στόν ἄνθρωπο. Εἶναι θεῖο δημιούργημα. Εἶναι «ποίημα Θεοῦ κάλλιστον».

Γράφει ἡ Ἁγία Γραφή, στό πρῶτο βιβλίο, τήν Γένεση. Τήν δεύτερη ἡμέρα τῆς Δημιουργίας ὁ Θεός εἶπεν: «Γεννηθήτω στερέωμα ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος καί ἔστω διαχωρίζον ἀνά μέσον ὕδατος καί ὕδατος καί ἐγένετο οὕτως» (Γεν. Α', 6) καί τήν τρίτη ἡμέρα εἶπεν ὁ Θεός: «Συναχθήτω τό ὕδωρ τό ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγήν μίαν καί ὀφθήτω ἡ ξηρά καί ἐγένετο οὕτως καί συνήχθη τό ὕδωρ τό ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς τάς συναγωγάς αὐτῶν ... καί ἐκάλεσε ὁ Θεός τήν ξηράν γῆν καί τά συστήματα τῶν ὑδάτων ἐκάλεσε θαλάσσας καί εἶδεν ὁ Θεός ὅτι καλόν» (Γεν. Α', 9-10).

Ὁ Θεός, λοιπόν, εἶναι ὁ Κύριος τοῦ σύμπαντος καί τῶν ὑδάτων καί διαθέτει τό πολύτιμο αὐτό ἀγαθό κατά τήν δική Του βούληση. Ὡραιότατα, μάλιστα, ὁ προφητάναξ Δαυΐδ στόν 103ο Ψαλμό του συνοψίζει τήν κυριαρχία τοῦ Θεοῦ καί τήν πρόνοιά Του γιά τά ὕδατα. Γράφει πολύ χαρακτηριστικά: «Ὁ στεγάζων ἐν ὕδασι τά ὑπερῶα αὐτοῦ, ὁ τιθείς νέφη τήν ἐπίβασιν αὐτοῦ, ὁ περιπατῶν ἐπί πτερύγων ἀνέμων» (στίχ. 3). Αὐτός ρίχνει τήν βροχή, «ποτίζων ὄρη ἐπί τῶν ὑπερώων αὐτοῦ» (στίχ. 13).

Αὐτός κανονίζει τήν ποσότητα τῆς ροῆς τους, «ἀπό ἐπιτιμήσεώς σου φεύξονται, ἀπό φωνῆς βροντῆς σου δειλιάσουσιν» (στίχ. 7). Αὐτός δημιουργεῖ τίς πηγές «ὁ ἐξανατέλλων πηγάς ἐν φάραγξιν, ἀνά μέσον τῶν ὀρέων διελεύσονται ὕδατα» (στίχ. 10).

Ἔτσι, τό νερό εἶναι πηγή καί δύναμη τῆς ζωῆς. Εἶναι ἐξόχως χρήσιμο γιά τόν ἄνθρωπο, τήν φύση, τά ζῶα, τά πετεινά, ἀλλά γιά πολλές ἀκόμη ἐφαρμογές στή βιοτή μας. Χωρίς τό νερό, ἡ γῆ εἶναι μία ἄνυδρη ἔρημος, τόπος πείνας καί δίψας, ὅπου ὁ ἄνθρωπος εἶναι καταδικασμένος σέ θάνατο.

*

Τό νερό, λοιπόν, ἔχει δοθεῖ σέ μᾶς τούς ἀνθρώπους ὡς «καταπίστευμα» ἀπό τό Θεό γιά νά κάμνουμε χρήση αὐτοῦ πρός ὠφέλειά μας. Δέν εἶναι δοσμένο γιά κατάχρηση καί φθορά. Ὁ Θεός ἔπλασε καί δημιούργησε τόν ἄνθρωπο στόν κόσμο, ὡς διαχειριστή καί ὄχι καταστροφέα. Ἄλλωστε, ὁ φυσικός πλοῦτος τῆς γῆς δέν εἶναι περιουσία τοῦ ἀνθρώπου ἀλλά τοῦ Θεοῦ. «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καί πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ. ΚΓ',1). Ὁ ἀπ. Παῦλος γράφει ὅτι ὀφείλουμε νά συμπεριφερόμεθα «χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μή καταχρώμενοι» (Α' Κορ. 7,31).

Ὡστόσο, οἱ φυσικές καταστροφές, ἡ κλιματική ἀλλαγή, ἡ ἀνθρώπινη ἐπιπολαιότητα, ἡ ἀπληστία, ὁ ἐγωϊσμός, ἡ ἀκόρεστη βουλιμία μας συνιστοῦν τά πρωτογενῆ αἴτια τοῦ μεγάλου προβλήματος τῆς λειψυδρίας, τῆς ἔλλειψης νεροῦ.

Οἱ σοβαροί ἐπιστήμονες καί οἱ εἰδικοί γνῶστες τοῦ θέματος τῆς ἔλλειψης ὑδάτων κρούουν τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου καί μιλοῦν γιά μία πραγματική οἰκολογική κρίση γενικότερα. Ἄν δέν δώσουμε τήν δέουσα προσοχή θά στερηθοῦμε τοῦ πολύτιμου αὐτοῦ ἀγαθοῦ καί θά ὑπάρξουν φοβερές συνέπειες γιά ὅλους μας. Ἔτσι καί ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία, δέν μένει ἀδιάφορη καί ἀσυγκίνητη μπροστά σ' αὐτό τό ζωτικό ζήτημα. Γνωρίζει ἄλλωστε, ὅτι ὡς λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος, ἡ ὅλη κτίση «συστενάζει καί συνωδίνει» (Ρωμ. Η', 22) κάτω ἀπό τό πέλμα τῆς ἀνθρώπινης ἀπληστίας. Κάθε ἀπληστία, κάθε κατάχρηση καί κάθε πλεονεξία συνιστᾶ ἁμαρτία, δηλαδή προσβολή τοῦ Θεοῦ.

Χρειάζεται, συνεπῶς, μία εὐαισθητοποίηση καί ἐνημέρωση γιά τήν ἀξία τοῦ νεροῦ. Ἡ χρήση του πρέπει νά γίνεται μέ μέτρο καί μέσα στά λογικά καί συνετά ὅρια. Εἶναι ἀκόμη ἀνάγκη νά βρεθεῖ καί ἕνας καλύτερος τρόπος ποτίσματος τῆς καλλιεργήσιμης γῆς καί βέβαια νά ἔχουμε προστασία κατά νοῦν τῶν πηγῶν, τῶν ποταμῶν καί τῶν λιμνῶν, τῶν φρεάτων, τῶν ὑδατοφράκτων, τῶν ἀντλιοστασίων καί τῶν δεξαμενῶν ὕδατος.

Ὅλοι μας, τελικά, ὀφείλουμε ν' ἀναλογισθοῦμε τίς εὐθύνες στή καλή χρήση τοῦ νεροῦ. Καί ἡ εὐθύνη αὐτή εἶναι ὄχι μόνον ἔναντι τῶν συνανθρώπων μας, ἀλλά καί ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Τό ὅλο θέμα, βλέπουμε, ἔχει ἐκτός ἀπό πραγματικές διαστάσεις καί μεταφυσικές προεκτάσεις.

Μή λησμονοῦμε ὅτι ἡ ἔμψυχη καί ἄψυχη κτίση ἀνάγει στόν Ἄκτιστο. Καί τά ὕδατα ὑμνοῦν τόν Δημιουργό. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, βαπτίστηκε στόν Ἰορδάνη ποταμό καί ἁγίασε τά ὕδατα. «Ἐβαπτίσθη ὑπό τοῦ Ἰωάννου εἰς τόν Ἰορδάνην καί εὐθέως ἀναβαίνων ἀπό τοῦ ὕδατος εἶδε σχιζομένους τούς οὐρανούς καί τό Πνεῦμα ὡς περιστεράν καταβαῖνον ἐπ' αὐτόν» (Μάρκ. Α', 9-10). Συνωμίλησε παρά τό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ μέ τήν Σαμαρείτιδα καί δίδαξε αἰώνιες ἀλήθειες, γιά τό «ὕδωρ τό ζῶν», τό ὁποῖο Ἐκεῖνος δίνει. Καί ἀκόμη ἐπάνω στόν Σταυρό, ὅταν «εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τήν πλευράν ἔνυξε εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καί ὕδωρ» (Ἰω. Ιθ', 34).

Ἀνάγκη, λοιπόν, νά σεβαστεῖ ὁ ἄνθρωπος τό ὕδωρ, τό νερό, πού δημιούργησε ὁ Θεός καί μᾶς ἔδωσε. Ἔτσι, μ' αὐτό τό πνευματικό καί ἠθικό ὑπόβαθρο πρέπει νά δοῦμε καί τό ζωτικό αὐτό θέμα τῆς χρήσεως τοῦ νεροῦ, καθ' ὅτι τελικά ἡ κτίση δημιουργήθηκε «ἵνα ἀνθρώποις ὑπηρετῇ καί ἄνθρωπος ἐπλάσθη ἵνα Θεός δοξάζηται» (Μεγ. Βασιλείου, Ὁμιλία ἐν Λακίζοις, 8, PG 31, 1452C).

Κλείσατε τήν βρύση πού τρέχει ἄσκοπα τό νερό. Προσέξατε μήν λερώνετε τίς πηγές, τίς λίμνες, τά ποτάμια. Ἄν παρατηρήσετε ὁποιαδήποτε βλάβη τοῦ ὅλου συστήματος παροχῆς ὕδατος εἰδοποιήσατε τίς ἁρμόδιες ὑπηρεσίες.

Τελικά, ἄς ἀναπέμψουμε καί τήν δέηση: «Κύριε, εὐκράτους καί ἐπωφελεῖς τούς ἀέρας ἡμῖν χάρισαι, ὄμβρους εἰρηνικούς τῇ γῇ πρός καρποφορίαν δώρησαι»._

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο ΜΑΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Γ’

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Μήνυμα για το νέο έτος 2026 του Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'


 Πρός

Τόν εὐαγῆ Ἱερό Κλῆρο καί τόν εὐλαβῆ λαό

τῆς καθ' Ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως


Ἕνα νέο ἔτος ἀνέτειλε καί πάλιν στή ζωή μας, ὡς ἀγαθό δῶρο τοῦ Παναγάθου Θεοῦ. Νέο ἔτος, γεμᾶτο ὁράματα, σχέδια, στόχους, πολλές ἐλπίδες. Ὡραῖα ὅλα αὐτά καί ἀξίζουν τόν κόπο μας καί τήν ἐργασία μας.

Ὅμως τό νέο ἔτος εἶναι καί μιά εὐκαιρία γιά τούς πιστούς χριστιανούς νά θέσουν καί ἄλλους ὁραματισμούς, οἱ ὁποῖοι ποτέ δέν διαψεύδουν καί ποτέ δέν πικραίνουν. Ἀλήθεια, γιατί νά μήν ὁραματισθοῦμε αὐτό τό νέο ἔτος νά γίνουμε καλύτεροι, περισσότερο δυνατοί ψυχικῶς, πιό συνεπεῖς καί αὐθεντικοί χριστιανοί;

Ἡ προτροπή τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου εἶναι σαφής: «Τά ἄνω ζητεῖτε... τά ἄνω φρονεῖτε, μή τά ἐπί τῆς γῆς» (Κολ. 3, 1-2). Ἰδού, ἕνας ὁ ὁραματισμός πνευματικός, ὡραῖος καί ὕψιστος. Ἰδού, ὁραματισμός πού γεμίζει τήν ψυχή μας μέ οὐράνιους πόθους. Κύριος σκοπός νά εἶναι ἐκτός ἀπό τά συνεχῶς φευγαλέα βιοτικά καί ἡ σταθερή κατάκτηση τῆς ἁγιότητος, τῆς ἀληθινῆς καί ἀνώτερης ζωῆς. Ἐδῶ ἑδράζεται ἡ ἀξία τῆς χριστιανικῆς ἐσωτερικῆς καλλιέργειας τῆς ὕπαρξής μας.

Μέσα, λοιπόν, στό σκοτάδι, ἐνίοτε, τῆς ποικίλης ἠθικῆς παρακμῆς τῆς ἐποχῆς μας, ἡ θεία Διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ἄς γίνει, φῶς καθοδηγητικό στή πορεία τῆς ζωῆς μας.

Ἔτσι, τό νέο ἔτος 2026 θἆναι ἔτος σωτήριο. Αὐτό καί εὐχόμεθα ὁλόψυχα.



Μετ' εὐχῶν πολλῶν

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο ΜΑΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Γ’